Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
no more
Παραδείγματα
He promised to gossip no more and focused on his work instead.
Υποσχέθηκε να μην κουτσομπολεύει πια και αντίθετα επικεντρώθηκε στη δουλειά του.
Παραδείγματα
He wanders the streets no more, having finally found a home.
Δεν περιφέρεται πια στους δρόμους, έχοντας βρει επιτέλους ένα σπίτι.
2.1
όχι πια, ούτε
no longer in existence or having ceased to be
Παραδείγματα
My grandfather worked tirelessly to build this house, but he works no more.
Ο παππούς μου εργάστηκε ακούραστα για να χτίσει αυτό το σπίτι, αλλά δεν εργάζεται πλέον πλέον.
03
όχι άλλο, ούτε
no further in amount, quality, or degree
Παραδείγματα
He can no more solve complex equations than a toddler can read Shakespeare.
Δεν μπορεί να λύσει πολύπλοκες εξισώσεις όχι περισσότερο από ό, τι ένα νήπιο μπορεί να διαβάσει Σαίξπηρ.
Παραδείγματα
He never cared for politics, and no more did his father.
Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την πολιτική, και όχι περισσότερο ο πατέρας του.
No more
01
τίποτα περισσότερο, όχι άλλο
something that is only what it appears to be, without further meaning, importance, or substance
Παραδείγματα
These superstitions are old wives' tales and no more.
Αυτές οι δεισιδαιμονίες είναι παραμύθια γριών και τίποτα περισσότερο.
02
όχι άλλο, τίποτα άλλο
a quantity or amount that is no longer available or wanted
Παραδείγματα
He promised to help, but there was no more to offer.
Υποσχέθηκε να βοηθήσει, αλλά δεν υπήρχε τίποτα άλλο να προσφέρει.
no more
01
όχι άλλο, τελείωσε
having run out or come to an end
Παραδείγματα
The doctor has no more appointments available for the week.
Ο γιατρός δεν έχει πια διαθέσιμα ραντεβού για την εβδομάδα.
no more
01
Αρκετά!, Όχι άλλο!
used to indicate a request or command for something to stop, cease, or not continue
Παραδείγματα
" No more, " she whispered, collapsing on the floor in exhaustion.
Όχι άλλο, ψιθύρισε, καταρρέοντας στο πάτωμα από την εξάντληση.



























