Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to marshal
01
συγκεντρώνω, οργανώνω
to bring together and organize in an orderly, efficient way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
marshal
γ΄ ενικό πρόσωπο
marshals
ενεστώτα μετοχή
marshaling
απλός αόριστος
marshaled
παθητική μετοχή
marshaled
Παραδείγματα
The general worked to marshal the troops for battle.
Ο στρατηγός εργάστηκε για να συγκεντρώσει τα στρατεύματα για τη μάχη.
02
κατευθύνω, οργανώνω
to direct or control the orderly movement or deployment of people or things
Παραδείγματα
Air traffic controllers work to marshal incoming and outgoing planes.
Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας εργάζονται για να κατευθύνουν τα εισερχόμενα και εξερχόμενα αεροπλάνα.
03
τακτοποιώ, οργανώνω
to place in proper order or rank, especially in a military or ceremonial context
Παραδείγματα
The general marshaled the troops, positioning each unit strategically for the upcoming battle.
Ο στρατηγός διέταξε τα στρατεύματα, τοποθετώντας κάθε μονάδα στρατηγικά για την επερχόμενη μάχη.
04
οδηγώ τελετουργικά, καθοδηγώ με σεμνότητα
lead ceremoniously, as in a procession
Marshal
01
αρχιφύλακας, δικαστικός επιμελητής
a law officer having duties similar to those of a sheriff in carrying out the judgments of a court of law
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marshals
02
στρατάρχης, στρατάρχης
the highest-ranking military officer in some countries
Παραδείγματα
The marshal led the army.
Ο στρατάρχης οδήγησε τον στρατό.



























