Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to limp
01
κουτσαίνω, περπατώ κουτσά
to walk with difficulty, particularly due to a damaged or stiff leg or foot
Intransitive: to limp | to limp somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
limp
γ΄ ενικό πρόσωπο
limps
ενεστώτα μετοχή
limping
απλός αόριστος
limped
παθητική μετοχή
limped
Παραδείγματα
After twisting his ankle, he had to limp back to the car, wincing with each step.
Αφού στραμπουλήξει τον αστράγαλό του, έπρεπε να κουτσαίνει πίσω στο αυτοκίνητο, νευριάζοντας με κάθε βήμα.
02
κουτσαίνω, προχωρώ με δυσκολία
to operate or move with difficulty, often due to mechanical issues or damage
Intransitive: to limp | to limp somewhere
Παραδείγματα
The truck, with a flat tire, had to limp to the nearest service station for repairs.
Το φορτηγό, με σκασμένο λάστιχο, έπρεπε να κουτσαίνει μέχρι το πλησιέστερο σερβις για επισκευές.
limp
01
χαλαρός, μαραμένος
not having any energy or determination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
limpest
συγκριτικός βαθμός
limper
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The plants looked limp and wilted from not being watered.
Τα φυτά φαίνονταν χαλαρά και μαραμένα επειδή δεν είχαν ποτιστεί.
02
χαλαρός, αδύναμος
lacking firmness and strength
Παραδείγματα
The limp lettuce leaves wilted in the heat.
Τα χαλαρά φύλλα μαρούλιου μαράθηκαν στη ζέστη.
Limp
01
κουτσαίνομα, κουτσό βάδισμα
a slow or uneven manner of walking resulting from a damaged or stiff leg or foot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
limps
Λεξικό Δέντρο
limper
limping
limp



























