abuse
a
ə
ē
buse
ˈbju:s
byoos
amuseabase

Ορισμός και σημασία του "abuse"στα αγγλικά

01

κακοποίηση, κατάχρηση

treatment of a person or animal in a violent or cruel way 
abuse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Child abuse is a serious societal issue that requires prompt intervention and support for victims. 

Η κακοποίηση των παιδιών είναι ένα σοβαρό κοινωνικό ζήτημα που απαιτεί άμεση παρέμβαση και στήριξη για τα θύματα.

02

κατάχρηση, ακατάλληλη χρήση

improper, harmful, or excessive use of something 
abuse definition and meaning
Παραδείγματα
Drug abuse remains a major public health issue. 

Η κατάχρηση ναρκωτικών παραμένει ένα σημαντικό δημόσιο ζήτημα υγείας.

03

βρισιές, προσβολές

offensive or insulting language directed at someone 
Παραδείγματα
The referee received verbal abuse from angry fans. 

Ο διαιτητής δέχθηκε λεκτική κακοποίηση από θυμωμένους οπαδούς.

to abuse
01

κακοποιώ, καταχρώμαι

to cruelly or violently treat a person or an animal, especially regularly or repeatedly 
Transitive: to abuse sb/sth
to abuse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
abuses
ενεστώτα μετοχή
abusing
απλός αόριστος
abused
παθητική μετοχή
abused
Παραδείγματα
Domestic violence is a serious issue where one partner may abuse the other, causing both physical and emotional harm. 

Η ενδοοικογενειακή βία είναι ένα σοβαρό θέμα όπου ο ένας σύντροφος μπορεί να κακοποιεί τον άλλο, προκαλώντας τόσο σωματική όσο και συναισθηματική βλάβη.

02

καταχρώμαι, χειραγωγώ

to use or manipulate something in a way that deviates from its intended purpose 
Transitive: to abuse sth
Παραδείγματα
Online platforms have policies to prevent users from abusing the system through spamming or harassment. 

Οι διαδικτυακές πλατφόρμες έχουν πολιτικές για να αποτρέπουν τους χρήστες από το να καταχρώνται το σύστημα μέσω spamming ή παρενόχλησης.

03

καταχρώμαι, καταναλώνω υπερβολικά

to consume substances such as alcohol or drugs beyond acceptable or recommended levels 
Transitive: to abuse alcohol or drugs
Παραδείγματα
He began to abuse alcohol after facing a series of personal challenges, leading to detrimental effects on his health. 

Άρχισε να καταχρησιμοποιεί το αλκοόλ αφού αντιμετώπισε μια σειρά από προσωπικές προκλήσεις, με επιβλαβή αποτελέσματα για την υγεία του.

04

βρίζω, προσβάλλω

to verbally attack or insult someone with offensive or harsh language 
Transitive: to abuse sb
Παραδείγματα
During the heated argument, he chose to abuse his opponent with a barrage of insults and offensive language. 

Κατά τη διάρκεια του έντονου διαλόγου, επέλεξε να κακοποιήσει τον αντίπαλό του με μια βροχή από προσβολές και προσβλητική γλώσσα.

05

κακοποιώ, βιάζω

to sexually assault a person, especially women and children 
Transitive: to abuse sb
Παραδείγματα
The survivor courageously shared their experience of an individual who sought to abuse them. 

Ο επιζών μοιράστηκε γενναία την εμπειρία του με ένα άτομο που επιδίωκε να τους κακοποιήσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store