leading
lea
ˈli:
li
ding
dɪng
ding
loadingladingleapingleaning

Ορισμός και σημασία του "leading"στα αγγλικά

01

κύριος, ηγετικός

greatest in significance, importance, degree, or achievement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most leading
συγκριτικός βαθμός
more leading
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company's leading product dominates the market, setting the standard for quality and innovation. 

Το κύριο προϊόν της εταιρείας κυριαρχεί στην αγορά, θέτοντας τα πρότυπα για ποιότητα και καινοτομία.

1.1

πρωτοπόρος, κύριος

holding the highest position or score in a competition 
Παραδείγματα
The leading team in the league secured their spot in the playoffs. 

Η κυρίαρχη ομάδα του πρωταθλήματος εξασφάλισε τη θέση της στα πλέι-οφ.

1.2

κύριος, ηγετικός

indicating the primary or most important performer or role in a performance or production 
leading definition and meaning
Παραδείγματα
She was cast as the leading actress in the upcoming blockbuster. 

Επιλέχθηκε ως κύρια ηθοποιός στο επερχόμενο blockbuster.

02

ηγετικός, προηγούμενος

proceeding ahead and guiding others 
Παραδείγματα
The leading scout moved ahead to find a safe path for the group. 

Ο ηγούμενος ανιχνευτής κινήθηκε μπροστά για να βρει ένα ασφαλές μονοπάτι για την ομάδα.

01

ηγεσία, καθοδήγηση

the act of guiding or directing others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leadings
Παραδείγματα
His leading of the team through the project milestones was exemplary. 

Η ηγεσία του στην ομάδα μέσα από τα ορόσημα του έργου ήταν παραδειγματική.

02

απόσταση γραμμών, leading

the vertical space between lines of text, measured from baseline to baseline 
Παραδείγματα
The designer adjusted the leading to make the text easier to read. 

Ο σχεδιαστής προσάρμοσε το διάστημα γραμμών για να κάνει το κείμενο πιο ευανάγνωστο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store