Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
central
01
κεντρικός, στο κέντρο
located at or near the center or middle of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
location, position, space
Παραδείγματα
The hotel is located in a central part of the city, close to all the major attractions.
Το ξενοδοχείο βρίσκεται σε κεντρικό τμήμα της πόλης, κοντά σε όλα τα κύρια αξιοθέατα.
Παραδείγματα
Trust is central to the success of any partnership or collaboration.
Η εμπιστοσύνη είναι κεντρική για την επιτυχία οποιασδήποτε συνεργασίας ή συνεργασίας.
Παραδείγματα
The central committee was responsible for making all major policy decisions for the party.
Η κεντρική επιτροπή ήταν υπεύθυνη για τη λήψη όλων των σημαντικών πολιτικών αποφάσεων του κόμματος.
04
κεντρικός, μέσος
(of a vowel) produced with the tongue in a neutral or central position in the mouth
Παραδείγματα
The schwa sound (/ə/) is a central vowel found in many English words.
Ο ήχος σουά (/ə/) είναι ένα κεντρικό φωνήεν που βρίσκεται σε πολλές αγγλικές λέξεις.
Central
01
τηλεφωνικό κέντρο, κεντρικός
a telephone exchange or system that connects calls
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
centrals
Παραδείγματα
The call was routed through the central before reaching its destination.
Η κλήση δρομολογήθηκε μέσω του κεντρικού πριν φτάσει στον προορισμό της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
centrality
centralize
centrally
central
centr



























