central
cent
ˈsɛnt
sent
ral
rəl
rēl
cental

Ορισμός και σημασία του "central"στα αγγλικά

01

κεντρικός, στο κέντρο

located at or near the center or middle of something 
central definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hotel is located in a central part of the city, close to all the major attractions. 

Το ξενοδοχείο βρίσκεται σε κεντρικό τμήμα της πόλης, κοντά σε όλα τα κύρια αξιοθέατα.

02

κεντρικός, βασικός

very important and necessary 
central definition and meaning
Παραδείγματα
Trust is central to the success of any partnership or collaboration. 

Η εμπιστοσύνη είναι κεντρική για την επιτυχία οποιασδήποτε συνεργασίας ή συνεργασίας.

03

κεντρικός, κύριος

having authority over other parts within an organization or system 
Παραδείγματα
The central committee was responsible for making all major policy decisions for the party. 

Η κεντρική επιτροπή ήταν υπεύθυνη για τη λήψη όλων των σημαντικών πολιτικών αποφάσεων του κόμματος.

04

κεντρικός, μέσος

(of a vowel) produced with the tongue in a neutral or central position in the mouth 
Παραδείγματα
The schwa sound (/ə/) is a central vowel found in many English words. 

Ο ήχος σουά (/ə/) είναι ένα κεντρικό φωνήεν που βρίσκεται σε πολλές αγγλικές λέξεις.

01

τηλεφωνικό κέντρο, κεντρικός

a telephone exchange or system that connects calls 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
centrals
Παραδείγματα
The call was routed through the central before reaching its destination. 

Η κλήση δρομολογήθηκε μέσω του κεντρικού πριν φτάσει στον προορισμό της.

02

κέντρο, έδρα

a place or building that serves as a focal point for a particular activity or service 
Παραδείγματα
The community central is where locals gather for events and meetings. 

Το κοινοτικό κέντρο είναι όπου οι ντόπιοι συγκεντρώνονται για εκδηλώσεις και συναντήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store