Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
central
01
κεντρικός, στο κέντρο
located at or near the center or middle of something
Παραδείγματα
Living in a central neighborhood allows easy access to schools, hospitals, and supermarkets.
Παραδείγματα
Innovation is central to driving progress and competitiveness in the industry.
Η καινοτομία είναι κεντρική για την προώθηση της προόδου και του ανταγωνισμού στη βιομηχανία.
Παραδείγματα
The central government is responsible for national defense and foreign policy.
Η κεντρική κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για την εθνική άμυνα και την εξωτερική πολιτική.
04
κεντρικός, μέσος
(of a vowel) produced with the tongue in a neutral or central position in the mouth
Παραδείγματα
The pronunciation of central vowels varies across different dialects of English.
Η προφορά των κεντρικών φωνηέντων ποικίλλει σε διαφορετικές διαλέκτους των Αγγλικών.
Central
01
τηλεφωνικό κέντρο, κεντρικός
a telephone exchange or system that connects calls
Παραδείγματα
The engineer inspected the central to fix the issue with the phone lines.
Ο μηχανικός επιθεώρησε το κεντρικό για να διορθώσει το πρόβλημα με τις τηλεφωνικές γραμμές.
Παραδείγματα
The recreation central offers sports facilities, classes, and social activities for residents.
Το κέντρο αναψυχής προσφέρει αθλητικές εγκαταστάσεις, μαθήματα και κοινωνικές δραστηριότητες για τους κατοίκους.
Λεξικό Δέντρο
centrality
centralize
centrally
central
centr



























