Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to arise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
arise
γ΄ ενικό πρόσωπο
arises
ενεστώτα μετοχή
arising
απλός αόριστος
arose
παθητική μετοχή
arisen
Παραδείγματα
Unexpected challenges can arise during the course of a project, requiring swift problem-solving.
Απροσδόκητες προκλήσεις μπορεί να προκύψουν κατά τη διάρκεια ενός έργου, απαιτώντας γρήγορη επίλυση προβλημάτων.
02
σηκώνομαι, εγείρομαι
to stand up or get up from a sitting position
Intransitive
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
As the judge entered the courtroom, everyone in attendance respectfully arose out of courtesy.
Καθώς ο δικαστής μπήκε στην αίθουσα του δικαστηρίου, όλοι οι παρόντες σηκώθηκαν με σεβασμό από ευγένεια.
03
σηκώνομαι, ξυπνώ
to get up from a lying position
Intransitive: to arise | to arise point in time
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
Every morning, she would arise early to enjoy the tranquility of dawn.
Κάθε πρωί, σηκωνόταν νωρίς για να απολαύσει την ηρεμία της αυγής.
Παραδείγματα
Veins that arise from the main artery supply blood to the legs.
Οι φλέβες που προέρχονται από την κύρια αρτηρία παρέχουν αίμα στα πόδια.
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
The oppressed citizens decided to arise against the tyrannical regime, demanding justice and freedom.
Οι καταπιεσμένοι πολίτες αποφάσισαν να εξεγερθούν ενάντια στον τυραννικό καθεστώς, απαιτώντας δικαιοσύνη και ελευθερία.
06
ανεβαίνω, υψώνομαι
(of some substances) to rise into the air
Intransitive: to arise from sth
Παραδείγματα
A mist arose from the valley as the sun began to warm the earth.
Μια ομίχλη ανέβηκε από την κοιλάδα καθώς ο ήλιος άρχισε να ζεσταίνει τη γη.
07
εμφανίζομαι, αναδύομαι
(of large or distant objects) to become gradually visible as one gets closer to it
Intransitive
Παραδείγματα
As we hiked up the trail, the mountain gradually arose on the horizon.
Καθώς ανεβαίναμε στο μονοπάτι, το βουνό εμφανίστηκε σταδιακά στον ορίζοντα.



























