aristo
a
ə
ē
ris
ˈrɪs
ris
to
təʊ
tew
callisto

Ορισμός και σημασία του "aristo"στα αγγλικά

01

πλούσιος Νιγηριανός, πλούσιος άνδρας από τη Νιγηρία

(Nigerian) a wealthy man who dates much younger women and spends money on them 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aristos
Παραδείγματα
That aristo bought her a new car. 

Αυτός ο αρίστο της αγόρασε ένα νέο αυτοκίνητο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store