Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufnehmen
01
ηχογραφώ, καταγράφω
Ton, Video oder Daten speichern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt auf
ενεστώτα μετοχή
aufnehmend
απλός αόριστος
nahm auf
παθητική μετοχή
aufgenommen
Παραδείγματα
Ich nehme das Konzert mit meinem Handy auf.
Καταγράφω τη συναυλία με το τηλέφωνό μου.
02
σηκώνω, μαζεύω
Etwas physisch hochheben oder aufsammeln
Παραδείγματα
Kannst du das Buch vom Boden aufnehmen?
Μπορείς να σηκώσεις το βιβλίο από το πάτωμα;
03
καθιερώνω, εγκαθιστώ
Eine Verbindung, Beziehung oder Kommunikation starten
Παραδείγματα
Die Länder nahmen diplomatische Beziehungen auf.
Οι χώρες δημιούργησαν διπλωματικές σχέσεις.
04
δέχομαι, αποδέχομαι
Jemanden oder etwas annehmen oder beherbergen
Παραδείγματα
Die Schule nimmt neue Schüler auf.
Το σχολείο δέχεται νέους μαθητές.



























