Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ramasser
01
μαζεύω, συλλέγω
réunir plusieurs choses dispersées en un seul endroit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ramasse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ramassons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ramasserai
ενεστώτα μετοχή
ramassant
παθητική μετοχή
ramassé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ramassions
Παραδείγματα
Elle ramasse les feuilles mortes dans le jardin.
Αυτή συλλέγει τα νεκρά φύλλα στον κήπο.
02
μαζεύω
prendre quelque chose qui est par terre ou à un endroit
Παραδείγματα
Elle a ramassé son stylo tombé par terre.
Αυτή μάζεψε το στυλό της που έπεσε στο πάτωμα.
03
κουλουριάζομαι, συμμαζεύομαι
se plier sur soi-même, se recroqueviller ou se regrouper en boule
Παραδείγματα
L'enfant s'est ramassé dans un coin pour se réchauffer.
Το παιδί συστάθηκε σε μια γωνιά για να ζεσταθεί.
04
πέφτω, καταρρέω
tomber brusquement, perdre l'équilibre et aller au sol
Παραδείγματα
Il s'est ramassé en glissant sur la glace.
Συγκεντρώθηκε γλιστρώντας στον πάγο.



























