manuel
Pronunciation
/manyɛl/

Ορισμός και σημασία του "manuel"στα γαλλικά

01

χειροκίνητος, κατασκευασμένος με το χέρι

réalisé sans machine automatique
manuel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus manuel
συγκριτικός βαθμός
plus manuel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
manuel
αρσενικό πληθυντικό
manuels
θηλυκό ενικό
manuelle
θηλυκό πληθυντικό
manuelles
Παραδείγματα
Le mode manuel est activé.
Η χειροκίνητη λειτουργία είναι ενεργοποιημένη.
Le manuel
[gender: masculine]
01

σχολικό βιβλίο, εγχειρίδιο

livre utilisé à l'école pour enseigner une matière précise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
manuels
Παραδείγματα
Le manuel scolaire est obligatoire.
Το σχολικό εγχειρίδιο είναι υποχρεωτικό.
02

εγχειρίδιο, οδηγός

livre qui explique comment utiliser quelque chose ou apprendre une compétence
Παραδείγματα
Un manuel détaillé accompagne le logiciel.
Ένα εγχειρίδιο λεπτομερώς συνοδεύει το λογισμικό.
03

πρακτικός άνθρωπος, άνθρωπος της δράσης

personne portée vers l'action et le travail pratique, adroite de ses mains, par opposition à une personne surtout théorique ou intellectuelle
Παραδείγματα
Elle est manuelle depuis l' enfance, toujours occupée à construire ou réparer.
Είναι χειροκίνητη από την παιδική ηλικία, πάντα απασχολημένη με την κατασκευή ή την επισκευή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store