Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
façonner
01
διαμορφώνω, πλάθω
donner une forme à un matériau en le travaillant (comme la terre, le bois, le métal)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
faconne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
faconnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
faconnerai
παθητική μετοχή
faconné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
faconnions
Παραδείγματα
Le sculpteur façonne une statue en marbre.
Ο γλύπτης δίνει σχήμα σε ένα άγαλμα από μάρμαρο.
02
διαμορφώνω, πλάθω
créer ou construire quelque chose en lui donnant forme ou en l'organisant
Παραδείγματα
Il façonne une maquette pour présenter son projet.
Διαμορφώνει ένα μακέτ για να παρουσιάσει το έργο του.
03
διαμορφώνω, επηρεάζω
former, influencer ou développer le caractère, le style ou les idées de quelqu'un ou de quelque chose
Παραδείγματα
L'éducation façonne la personnalité des enfants.
Η εκπαίδευση διαμορφώνει την προσωπικότητα των παιδιών.



























