Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
favoriser
01
επιδοκιμάζω, διευκολύνω
rendre une situation plus favorable ou faciliter la réussite de quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
favorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
favorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
favoriserai
ενεστώτα μετοχή
favorisant
παθητική μετοχή
favorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
favorisions
Παραδείγματα
Cette politique favorise le développement local.
Αυτή η πολιτική ευνοεί την τοπική ανάπτυξη.
02
προωθώ, υποστηρίζω
créer les conditions pour que quelque chose se produise plus facilement
Παραδείγματα
Le sommeil favorise la mémorisation des informations.
Ο ύπνος ευνοεί την απομνημόνευση των πληροφοριών.



























