favoriser
Pronunciation
/favɔʀize/

Ορισμός και σημασία του "favoriser"στα γαλλικά

favoriser
01

επιδοκιμάζω, διευκολύνω

rendre une situation plus favorable ou faciliter la réussite de quelqu'un
favoriser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
favorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
favorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
favoriserai
ενεστώτα μετοχή
favorisant
παθητική μετοχή
favorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
favorisions
Παραδείγματα
Cette politique favorise le développement local.
Αυτή η πολιτική ευνοεί την τοπική ανάπτυξη.
02

προωθώ, υποστηρίζω

créer les conditions pour que quelque chose se produise plus facilement
Παραδείγματα
Le sommeil favorise la mémorisation des informations.
Ο ύπνος ευνοεί την απομνημόνευση των πληροφοριών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store