Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
favoriser
01
επιδοκιμάζω, διευκολύνω
rendre une situation plus favorable ou faciliter la réussite de quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
favorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
favorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
favoriserai
ενεστώτα μετοχή
favorisant
παθητική μετοχή
favorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
favorisions
Παραδείγματα
Le gouvernement favorise les petites entreprises.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει τις μικρές επιχειρήσεις.
02
προωθώ, υποστηρίζω
créer les conditions pour que quelque chose se produise plus facilement
Παραδείγματα
Le climat chaud favorise la croissance des plantes.
Το ζεστό κλίμα ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών.



























