diagnosticdistribution
από 7
diagnosticdistribution
diagnostic[n]

διάγνωση,διαγνωστική

diagnostiquer[v]

διαγιγνώσκω,προσδιορίζω

diagonale[n]

διαγώνιος,διαγώνια γραμμή

dialecte[n]
dialogue[n]

διάλογος,συζήτηση

diamant[n]
diamètre[n]

διάμετρος,τμήμα που διέρχεται από το κέντρο ενός κύκλου

diaphragme[n]

διάφραγμα,μυς του διαφράγματος

diarrhée[n]

διάρροια,εξώθηση

dictature[n]

δικτατορία,τυραννία

dictionnaire[n]

λεξικό,γλωσσάριο

didactique[adj]
dièse[n]

δίεση,σύμβολο δίεσης

diététicien[n]

διαιτολόγος,σύμβουλος διατροφής

diététique[adj]
dieu[n]

θεός,θεότητα

différé[adj][n]
différenciation[n]
différent[adj]

διαφορετικός,διάφορος

différer[v]
difficile[adj]

δύσκολος,περίπλοκος

difficulté[n]

δυσκολία,πρόβλημα

diffus[adj]

διαχυμένος,απλωμένος

diffuser[v]

εκπέμπω,διαδίδω

diffusion[n]
diffusion en direct[n]
digérer[v]

χωνεύω,απορροφώ

digestible[adj]

ευπεπτος,εύκολα χωνευόμενος

digestion[n]

πέψη,διαδικασία πέψης

digne[adj]

σεβαστός,άξιος

dignité[n]

αξιοπρέπεια,σεμνότητα

dilater[v]
dilemme[n]

δίλημμα,αδιέξοδο

diluer[v]

αραιώνω,αραιώνω με νερό

diluvien[adj]
dimanche[n]

Κυριακή,η έβδομη ημέρα της εβδομάδας

dimension[n]

πτυχή,όψη

diminuer[v]

μειώνομαι,ελαττώνομαι

diminution[n]

μείωση, πτώση

dinde[n]

γυναίκα γαλοπούλα,κότα γαλοπούλας

dîner[v][n]

δειπνώ,τρώω βραδινό • βραδινό,γεύμα το βράδυ

dingo[n][adj]

ντίνγκο,αυστραλιανός άγριος σκύλος • τρελός,εκκεντρικός

dingue[adj][n]

τρελός,παράφρων • τρελός,παλαβός

dinosaure[n]

δεινόσαυρος,προϊστορικός ερπετόμορφος

diplomate[n]

διπλωμάτης,διπλωμάτισσα

diplomatique[adj]
diplôme[n]

δίπλωμα,πτυχίο

diplômé[adj][n]
dire[v][n]

λέω,εκφράζω • δήλωση,βεβαίωση

dire des bêtises[phrase]
direct[adj][n]

άμεσος,ευθύς • ζωντανή μετάδοση,απευθείας μετάδοση

directement[adv]
directeur[n]

διευθυντής,διαχειριστής

directeur artistique[n]

καλλιτεχνικός διευθυντής,διευθυντής τέχνης

directeur général[n]
direction[n]
dirigeant[n]

ηγέτης,διευθυντής

diriger[v]

διοικώ,διαχειρίζομαι

discernement[n]
discipline[n]

πειθαρχία,κλάδος γνώσης

discipline académique[n]
discographie[n]

δισκογραφία,κατάλογος ηχογραφήσεων

discordant[adj]

αντιφατικός,ασύμφωνος

discothèque[n]

ντισκοτέκ,αίθουσα χορού

discours[n]

ομιλία,αγόρευση

discret[adj]

διακριτικός,απαλός

discrètement[adv]

διακριτικά,με διακριτικότητα

discrimination[n]

διακρίσεις,άδικη μεταχείριση

discriminatoire[adj]
discussion[n]

συζήτηση,συνδιάλεξη

discutable[adj]

αμφισβητήσιμος,αμφιλεγόμενος

discuter[v]

συζητώ,συνομιλώ

disjoncteur[n]

αυτόματος διακόπτης,διακόπτης κυκλώματος

disparaître[v]

εξαφανίζομαι,χάνομαι

disparition[n]

εξαφάνιση,αφανισμός

disparu[adj][n]

αγνοούμενος,εξαφανισμένος • αγνοούμενος,αγνοούμενο πρόσωπο

disponible[adj]

διαθέσιμος,ελεύθερος

dispositif[n]

μηχανισμός,συσκευή

disposition[n]
disproportionné[adj]

αναλογικά αδίκιο,υπερβολικό

dispute[n]

φιλονικία,διαμάχη

disputer[v]

τσακώνομαι, διαφωνώ

disqualification[n]
disque[n]

δίσκος,συσκευή αποθήκευσης δεδομένων

disquette[n]
dissertation[n]

δοκίμιο,διατριβή

dissimuler[v]

κρύβω,αποκρύπτω

dissipation[n]
dissolvant[n]

διαλύτης,διαλύτης

dissonance[n]
dissuasif[adj]
distance[n]
distingué[adj]
distraction[n]

διασκέδαση,ψυχαγωγία

distraire[v]

ψυχαγωγώ, διασκεδάζω

distrait[adj]

απρόσεκτος,αφηρημένος

distribuer[v]

διανέμω,μοιράζω

distributeur[n]

ATM,αυτόματος διανομέας

distributeur d'eau[n]

διανομέας νερού,ψυγείο νερού

distribution[n]

διανομή,παράδοση

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή