Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dialogue
[gender: masculine]
01
διάλογος, συζήτηση
échange de paroles entre deux ou plusieurs personnes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dialogues
Παραδείγματα
Le dialogue aide à résoudre les conflits.
Ο διάλογος βοηθά στην επίλυση των συγκρούσεων.
02
διάλογος, συζήτηση
paroles échangées par les personnages d'une pièce de théâtre ou d'un film
Παραδείγματα
Les dialogues du film sont écrits avec beaucoup d' humour.
Οι διάλογοι της ταινίας είναι γραμμένοι με πολύ χιούμορ.
03
διάλογος, διάλογος/συζήτηση
discussion organisée ou échange d'idées pour confronter des opinions
Παραδείγματα
Le dialogue public a permis d' entendre des avis différents.
Ο δημόσιος διάλογος επέτρεψε να ακουστούν διαφορετικές απόψεις.



























