Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le devoir
[gender: masculine]
01
εργασία για το σπίτι, σχολική εργασία
travail que l'élève doit faire à la maison ou à l'école
Παραδείγματα
Il a oublié de faire son devoir.
Ξέχασε να κάνει την εργασία του.
02
καθήκον, υποχρέωση
ce qu'une personne doit moralement ou légalement faire
Παραδείγματα
Il considère l' honnêteté comme un devoir.
Θεωρεί την ειλικρίνεια ως καθήκον.
devoir
01
πρέπει, είμαι υποχρεωμένος
être obligé de faire quelque chose
Παραδείγματα
Vous devez écouter attentivement.
Πρέπει να ακούτε προσεκτικά.
02
χρωστώ, είμαι χρεωμένος
être redevable de quelque chose à quelqu'un (argent, service...)
Παραδείγματα
Nous devons notre succès à notre équipe.
Οφείλουμε την επιτυχία μας στην ομάδα μας.



























