Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le devoir
01
εργασία για το σπίτι, σχολική εργασία
travail que l'élève doit faire à la maison ou à l'école
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
devoirs
Παραδείγματα
Il a oublié de faire son devoir.
Ξέχασε να κάνει την εργασία του.
02
καθήκον, υποχρέωση
ce qu'une personne doit moralement ou légalement faire
Παραδείγματα
Il considère l' honnêteté comme un devoir.
Θεωρεί την ειλικρίνεια ως καθήκον.
devoir
01
πρέπει, είμαι υποχρεωμένος
être obligé de faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
devons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
devrai
ενεστώτα μετοχή
devant
παθητική μετοχή
dû
α΄ πληθυντικό παρατατικού
devions
Παραδείγματα
Vous devez écouter attentivement.
Πρέπει να ακούτε προσεκτικά.
02
χρωστώ, είμαι χρεωμένος
être redevable de quelque chose à quelqu'un (argent, service...)
Παραδείγματα
Nous devons notre succès à notre équipe.
Οφείλουμε την επιτυχία μας στην ομάδα μας.



























