le devoir
Pronunciation
/d(ə)vwaʀ/

Ορισμός και σημασία του "devoir"στα γαλλικά

01

εργασία για το σπίτι, σχολική εργασία

travail que l'élève doit faire à la maison ou à l'école
le devoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
devoirs
Παραδείγματα
Il a oublié de faire son devoir.
Ξέχασε να κάνει την εργασία του.
02

καθήκον, υποχρέωση

ce qu'une personne doit moralement ou légalement faire
Παραδείγματα
Il considère l' honnêteté comme un devoir.
Θεωρεί την ειλικρίνεια ως καθήκον.
devoir
01

πρέπει, είμαι υποχρεωμένος

être obligé de faire quelque chose
devoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
devons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
devrai
ενεστώτα μετοχή
devant
παθητική μετοχή
α΄ πληθυντικό παρατατικού
devions
Παραδείγματα
Vous devez écouter attentivement.
Πρέπει να ακούτε προσεκτικά.
02

χρωστώ, είμαι χρεωμένος

être redevable de quelque chose à quelqu'un (argent, service...)
devoir definition and meaning
Παραδείγματα
Nous devons notre succès à notre équipe.
Οφείλουμε την επιτυχία μας στην ομάδα μας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store