Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le devoir
01
εργασία για το σπίτι, σχολική εργασία
travail que l'élève doit faire à la maison ou à l'école
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
devoirs
Παραδείγματα
J'ai beaucoup de devoirs à faire ce soir.
Έχω πολλά σχολικά να κάνω απόψε.
02
καθήκον, υποχρέωση
ce qu'une personne doit moralement ou légalement faire
Παραδείγματα
C'est mon devoir d'aider mes parents.
Είναι καθήκον μου να βοηθώ τους γονείς μου.
devoir
01
πρέπει, είμαι υποχρεωμένος
être obligé de faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
devons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
devrai
ενεστώτα μετοχή
devant
παθητική μετοχή
dû
α΄ πληθυντικό παρατατικού
devions
Παραδείγματα
Je dois partir maintenant.
Πρέπει να φύγω τώρα.
02
χρωστώ, είμαι χρεωμένος
être redevable de quelque chose à quelqu'un (argent, service...)
Παραδείγματα
Je te dois dix euros.
Σου χρωστάω δέκα ευρώ.



























