le devoir
devoir
dəvwɑ:ʁ
dēvvaar

Ορισμός και σημασία του "devoir"στα γαλλικά

01

εργασία για το σπίτι, σχολική εργασία

travail que l'élève doit faire à la maison ou à l'école 
le devoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
devoirs
Παραδείγματα
J'ai beaucoup de devoirs à faire ce soir. 

Έχω πολλά σχολικά να κάνω απόψε.

02

καθήκον, υποχρέωση

ce qu'une personne doit moralement ou légalement faire 
Παραδείγματα
C'est mon devoir d'aider mes parents. 

Είναι καθήκον μου να βοηθώ τους γονείς μου.

devoir
01

πρέπει, είμαι υποχρεωμένος

être obligé de faire quelque chose 
devoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
devons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
devrai
ενεστώτα μετοχή
devant
παθητική μετοχή
α΄ πληθυντικό παρατατικού
devions
Παραδείγματα
Je dois partir maintenant. 

Πρέπει να φύγω τώρα.

02

χρωστώ, είμαι χρεωμένος

être redevable de quelque chose à quelqu'un (argent, service...) 
devoir definition and meaning
Παραδείγματα
Je te dois dix euros. 

Σου χρωστάω δέκα ευρώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store