devenir
Pronunciation
/dəv(ə)niʀ/

Ορισμός και σημασία του "devenir"στα γαλλικά

devenir
01

شدن

γραμματικές πληροφορίες
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
ενεστώτα μετοχή
devenant
παθητική μετοχή
devenu
02

نتیجه داشتن, نتیجه‌ای در بر داشتن، شدن

Παραδείγματα
Que devient votre projet ?
Le devenir
[gender: masculine]
01

تحول, دگرگونی، تغییر

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
02

آینده, آتیه

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store