Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diffus
01
διαχυμένος, απλωμένος
qui est répandu ou étendu sans être concentré en un seul endroit
Παραδείγματα
Une telle douleur physique diffuse peut être un signe de maladie inflammatoire.
Ένας τέτοιος διαδεδομένος σωματικός πόνος μπορεί να είναι σημάδι φλεγμονώδους νόσου.
02
ασαφής, αόριστος
qui manque de clarté ou de précision
Παραδείγματα
L' explication du professeur était un peu diffuse.
Η εξήγηση του δασκάλου ήταν λίγο ασαφής.



























