Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La diffusion
01
action de transmettre une émission de télévision, de radio ou sur internet
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La diffusion du film commence à vingt heures.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
rediffusion
diffusion
diffuse



























