Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diffus
01
διαχυμένος, απλωμένος
qui est répandu ou étendu sans être concentré en un seul endroit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus diffus
συγκριτικός βαθμός
plus diffus
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
diffus
αρσενικό πληθυντικό
diffus
θηλυκό ενικό
diffuse
θηλυκό πληθυντικό
diffuses
Παραδείγματα
Une lumière diffuse éclaire la pièce.
Ένα διάχυτο φως φωτίζει το δωμάτιο.
02
ασαφής, αόριστος
qui manque de clarté ou de précision
Παραδείγματα
Il a donné une réponse diffuse à la question.
Έδωσε μια ασαφή απάντηση στην ερώτηση.



























