Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dieu
01
θεός, θεότητα
être suprême vénéré dans une religion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dieux
Παραδείγματα
Les dieux de la mythologie grecque avaient des pouvoirs extraordinaires.
Οι θεοί της ελληνικής μυθολογίας είχαν εξαιρετικές δυνάμεις.
02
Θεός, το Ανώτατο Ον
être suprême unique vénéré dans le monothéisme
Παραδείγματα
Notre maire croit en Dieu.
Ο δήμαρχός μας πιστεύει στον Θεό.



























