le dieu
Pronunciation
/djø/

Ορισμός και σημασία του "dieu"στα γαλλικά

Le dieu
[gender: masculine]
01

θεός, θεότητα

être suprême vénéré dans une religion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dieux
Παραδείγματα
Dans certaines cultures, chaque village a son dieu protecteur.
Σε ορισμένες κουλτούρες, κάθε χωριό έχει τον δικό του προστατευτικό θεό.
02

Θεός, το Ανώτατο Ον

être suprême unique vénéré dans le monothéisme
Παραδείγματα
Les textes sacrés enseignent les lois de Dieu.
Τα ιερά κείμενα διδάσκουν τους νόμους του Θεού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store