Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distraire
01
ψυχαγωγώ, διασκεδάζω
amuser quelqu'un, lui procurer du plaisir ou du divertissement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
distrais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
distrayons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
distrairai
ενεστώτα μετοχή
distrayant
παθητική μετοχή
distrait
α΄ πληθυντικό παρατατικού
distrayions
Παραδείγματα
Nous cherchons des jeux pour distraire les invités.
Ψάχνουμε παιχνίδια για να διασκεδάσουμε τους καλεσμένους.
02
διασκεδάζω
s'amuser, se changer les idées pour ne pas s'ennuyer
Παραδείγματα
Je me distrais en regardant des films.
Διασκεδάζω βλέποντας ταινίες.



























