Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distraire
01
ψυχαγωγώ, διασκεδάζω
amuser quelqu'un, lui procurer du plaisir ou du divertissement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
distrais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
distrayons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
distrairai
ενεστώτα μετοχή
distrayant
παθητική μετοχή
distrait
α΄ πληθυντικό παρατατικού
distrayions
Παραδείγματα
Ce spectacle va te distraire toute la soirée.
Αυτή η παράσταση θα σας διασκεδάσει όλο το βράδυ.
02
διασκεδάζω
s'amuser, se changer les idées pour ne pas s'ennuyer
Παραδείγματα
Pendant la pause, elle aime se distraire en lisant un livre.
Κατά τη διάρκεια της διακοπής, της αρέσει να διασκεδάζει διαβάζοντας ένα βιβλίο.



























