distraire
distraire
dɪstʁaɛ̯ʁ
distraer
disquaire

Ορισμός και σημασία του "distraire"στα γαλλικά

distraire
01

ψυχαγωγώ, διασκεδάζω

amuser quelqu'un, lui procurer du plaisir ou du divertissement 
distraire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
distrais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
distrayons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
distrairai
ενεστώτα μετοχή
distrayant
παθητική μετοχή
distrait
α΄ πληθυντικό παρατατικού
distrayions
Παραδείγματα
Ce spectacle va te distraire toute la soirée. 

Αυτή η παράσταση θα σας διασκεδάσει όλο το βράδυ.

02

διασκεδάζω

s'amuser, se changer les idées pour ne pas s'ennuyer 
distraire definition and meaning
Παραδείγματα
Pendant la pause, elle aime se distraire en lisant un livre. 

Κατά τη διάρκεια της διακοπής, της αρέσει να διασκεδάζει διαβάζοντας ένα βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store