Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discutable
01
αμφισβητήσιμος, αμφιλεγόμενος
qui peut être discuté ou remis en question
Παραδείγματα
Certains choix dans le projet sont discutable.
Ορισμένες επιλογές στο έργο είναι αμφισβητήσιμες.
02
αμφίβολος, αμφισβητήσιμος
qui inspire le doute, incertain ou sujet à méfiance
Παραδείγματα
Son engagement dans le projet est discutable.
Η δέσμευσή του στο έργο είναι αμφίβολη.



























