Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discutable
01
αμφισβητήσιμος, αμφιλεγόμενος
qui peut être discuté ou remis en question
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus discutable
συγκριτικός βαθμός
plus discutable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
discutable
αρσενικό πληθυντικό
discutables
θηλυκό ενικό
discutable
θηλυκό πληθυντικό
discutables
Παραδείγματα
Cette décision est discutable.
Αυτή η απόφαση είναι αμφισβητήσιμη.
02
αμφίβολος, αμφισβητήσιμος
qui inspire le doute, incertain ou sujet à méfiance
Παραδείγματα
Ses intentions sont discutables.
Οι προθέσεις του είναι αμφίβολες.



























