Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diluer
01
αραιώνω, αραιώνω με νερό
ajouter de l'eau ou un autre liquide pour rendre quelque chose plus liquide ou moins fort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dilue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
diluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
diluerai
παθητική μετοχή
dilué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
diluions
Παραδείγματα
J' ai dilué la sauce parce qu' elle était trop épaisse.
Αραίωσα τη σάλτσα γιατί ήταν πολύ πηχτή.
02
αραιώνω, αποδυναμώνω
réduire l'intensité d'une idée, d'une action ou d'un effet.
Παραδείγματα
Son style dilue l' intensité de l' émotion.
Το στυλ του αραιώνει την ένταση του συναισθήματος.



























