Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dignité
[gender: feminine]
01
αξιοπρέπεια, σεμνότητα
comportement ou attitude marquée par le respect de soi, le calme et la noblesse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il veut mourir avec dignité.
Θέλει να πεθάνει με αξιοπρέπεια.



























