la dignité
dignité
dɪɲite
diniite

Ορισμός και σημασία του "dignité"στα γαλλικά

01

αξιοπρέπεια, σεμνότητα

comportement ou attitude marquée par le respect de soi, le calme et la noblesse 
la dignité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle a affronté la critique avec dignité. 

Αντιμετώπισε την κριτική με αξιοπρέπεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store