Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
digérer
01
χωνεύω, απορροφώ
transformer les aliments dans l'estomac et l'intestin pour les assimiler
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
digère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
digérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
digérerai
ενεστώτα μετοχή
digérant
παθητική μετοχή
digéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
digérions
Παραδείγματα
Après ce repas copieux, il lui a fallu une heure pour digérer.
Μετά από αυτό το πλούσιο γεύμα, του πήρε μια ώρα να χωνέψει.
02
χωνεύω, αφομοιώνω
comprendre ou accepter quelque chose de difficile à admettre ou à assimiler
Παραδείγματα
Nous devons digérer ces informations avant de prendre une décision.
Πρέπει να χωνέψουμε αυτές τις πληροφορίες πριν πάρουμε μια απόφαση.



























