diminuer
Pronunciation
/di.mi.nɥe/

Ορισμός και σημασία του "diminuer"στα γαλλικά

diminuer
01

μειώνομαι, ελαττώνομαι

devenir moins important ou moins grand
diminuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
diminue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
diminuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
diminuerai
ενεστώτα μετοχή
diminuant
παθητική μετοχή
diminué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
diminutions
Παραδείγματα
La douleur diminue avec le traitement.
Ο πόνος μειώνεται με τη θεραπεία.
02

μειώνω, ελαττώνω

réduire quelque chose
diminuer definition and meaning
Παραδείγματα
Ils ont diminué la quantité de sucre dans la recette.
Μείωσαν την ποσότητα ζάχαρης στη συνταγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store