diminuer
diminuer
diminɥe
diminüe

Ορισμός και σημασία του "diminuer"στα γαλλικά

diminuer
01

μειώνομαι, ελαττώνομαι

devenir moins important ou moins grand 
diminuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
diminue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
diminuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
diminuerai
ενεστώτα μετοχή
diminuant
παθητική μετοχή
diminué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
diminutions
Παραδείγματα
Le nombre de visiteurs diminue chaque année. 

Ο αριθμός των επισκεπτών μειώνεται κάθε χρόνο.

02

μειώνω, ελαττώνω

réduire quelque chose 
diminuer definition and meaning
Παραδείγματα
Il faut diminuer la consommation d'énergie. 

Πρέπει να μειώσουμε την κατανάλωση ενέργειας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store