du[det][prep]
du coup[phrase]
dubitatif[adj]
αμφίβολος,αβέβαιος
dulcimer[n]
νταλσίμερ,ντουλσίμερ
duo[n]
ντουέτο,δυάδα
duplex[n]
διώροφο διαμέρισμα,ντούπλεξ
dur[adj][adv]
σκληρός,στερεός • έντονα,με μεγάλη προσπάθεια
dur comme fer[adj]
σκληρός σαν σίδερο,αμετακίνητος
durable[adj]
ανθεκτικός,διαρκής
durablement[adv]
durant[prep]
durée[n]
διάρκεια,χρονική περίοδος
durer[v]
διαρκώ,παραμένω
dynamique[adj]
ενεργητικός,δυναμικός
dynastie[n]
δυναστεία,βασιλική οικογένεια
dysfonctionnement[n]
dyslexie[n]
δυσλεξία,διαταραχή ανάγνωσης
dyslexique[adj]
δυσλεκτικός,δυσλεκτικός