démentdésapprouver
από 7
démentdésapprouver
dément[n][adj]

τρελός,μανιακός

démentir[v]

διαψεύδω,αρνούμαι

demeure[n]

κατοικία,κατοικητήριο

demeurer[v]

ζω,κατοικώ

demi[adj][n]

μισός,μισή • μισό,μισή

demi-cercle[n]

ημικύκλιο,μισός κύκλος

demi-frère[n]

ετεροθαλής αδελφός,ημιαδελφός

démission[n]

παραίτηση,αποχώρηση

démissionner[v]

παραιτούμαι,αποχωρώ

démo[n]

ντεμό,πρωτότυπο

démobilisation[n]
démocratie[n]

δημοκρατία,λαϊκή διακυβέρνηση

démocratique[adj]
démodé[adj]

ξεπερασμένος,απαρχαιωμένος

démolir[v]

κατεδαφίζω,καταστρέφω

démolition[n]

κατεδάφιση,καταστροφή

démon[n]

δαίμονας,διάβολος

démonstration[n]
démontrer[v]
démoraliser[v]

αποθαρρύνω,υπονομεύω το ηθικό

démuni[adj]
dénicher[v]
déniveler[v]
dénommer[v]
dénoncer[v]

καταγγέλλω,αναφέρω

dénouement[n]

λύση,καταστροφή

dénouer[v]

ξεδένω,αποσυνδέω

densément[adv]
densité[n]
dent[n]

δόντι,δόντι (ενικός)

dent de lait[n]

γλυκόδοντο,προσωρινό δόντι

dent de sagesse[n]

φρονιμίτης,τρίτος γομφίος

dentelle[n]

δαντέλα,κέντημα

dentifrice[n]

οδοντόκρεμα,οδοντόπαστα

dentiste[n]

οδοντίατρος,οδοντίατρος

dentisterie[n]

οδοντιατρική,στοματολογία

dentition[n]

βγάλσιμο δοντιών,οδοντοφυΐα

dénué[adj]

στερημένος,αποστερούμενος

déodorant[n]

αποσμητικό,αντιιδρωτικό

dépannage[n]
dépanner[v]
départ[n]

αναχώρηση

département[n]
dépasser[v]

υπερβαίνω,ξεπεράω

dépaysement[n]

αλλαγή περιβάλλοντος,αλλαγή σκηνικού

dépêche[n]

τηλεγράφημα,απόσπασμα

dépêcher[v]

στέλνω γρήγορα,αποστέλλω

dépendance[n]

εξάρτηση,εθισμός

dépendant[adj]

εξαρτώμενος,εθισμένος

dépendre[v]
dépense[n]

διάθεση,έξοδο

dépenser[v]

ξοδεύω,δαπανώ

dépensier[adj]

σπάταλος,δαπανηρός

dépistage[n]

έλεγχος,πρόωρη ανίχνευση

dépité[adj]

απογοητευμένος,πικραμένος

déplacement[n]

μετατόπιση,κίνηση

déplaire[v]

δεν αρέσει,ενοχλεί

dépliant[n]

φυλλάδιο,διπλωμένο έντυπο

déploiement[n]
déplorable[adj]
déployer[v]
déposer[v]

τοποθετώ,βάζω

déposition[n]
dépôt[n]

αποθήκη,αποθηκευτικός χώρος

dépourvu[adj]

στερημένος,χωρίς

dépoussiérage[n]
dépoussiérer[v]

αποσκονίζω,καθαρίζω

dépressif[adj]
dépression[n]

κατάθλιψη,καταθλιπτική διαταραχή

déprime[n]

προσωρινή κατάθλιψη,θλίψη

déprimé[adj]

κατεβαλμένος,θλιμμένος

déprimer[v]
depuis[prep][adv]

από • από τότε,από

député[n]

βουλευτής,αντιπρόσωπος

déraciner[v]
dérailler[v]

εκτροχιάζομαι,αποκλίνω από τον κανόνα

dérangé[adj]

τρελός,διαταραγμένος ψυχικά

dérangement[n]

διαταραχή,διακοπή

déranger[v]
déraper[v]

ολισθαίνω,γλιστρώ

dérision[n]

χλευασμός,γελοιοποίηση

dérivé[adj][n]
dernier[adj]
dernière minute[n]

τελευταία στιγμή,επείγουσα είδηση

dérobé[adj]
déroulement[n]
dérouler[v]

λαμβάνει χώρα,πραγματοποιείται

dérouler le tapis rouge[phrase]
déroutant[adj]

αποπροσανατολιστικός,συγχέων

dérouter[v]

αποπροσανατολίζω,αλλάζω πορεία

derrière[prep][n][adv]

πίσω από,στον πίσω μέρος του • πισινός,γλουτοί • πίσω,όπισθεν

des[det]

μερικά,κάποια

dès que[conj]
désabonner[v]

ακυρώσω τη συνδρομή κάποιου,διαγραφή κάποιου από συνδρομή

désaccord[n]

διαφωνία,ασυμφωνία

désagréable[adj]

δυσάρεστος,αγενής

désagrément[n]
désaltérer[v]

καταπραΰνει τη δίψα,απαλύνει τη δίψα

désappointer[v]

απογοητεύω,αποθαρρύνω

désapprouver[v]

αποδοκιμάζω,δυσαρεστούμαι

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή