demeurer
demeurer
dəmœʁe
dēmoere

Ορισμός και σημασία του "demeurer"στα γαλλικά

demeurer
01

ζω, κατοικώ

habiter ou vivre dans un lieu, y résider de manière durable 
demeurer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
demeure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
demeurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
demeurerai
ενεστώτα μετοχή
demeurant
παθητική μετοχή
demeuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
demeurions
Παραδείγματα
Il demeure à Paris depuis plusieurs années. 

Κατοικεί στο Παρίσι εδώ και αρκετά χρόνια.

02

παραμένω

rester dans un état, une condition ou à un endroit sans changement 
Παραδείγματα
La situation demeure compliquée malgré les efforts. 

Η κατάσταση παραμένει περίπλοκη παρά τις προσπάθειες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store