la déprime
dép
dep
ντεπ
rime
ʁɪm
ριμ

Ορισμός και σημασία του "déprime"στα γαλλικά

01

προσωρινή κατάθλιψη, θλίψη

état de tristesse, de mélancolie ou de dépression passagère 
la déprime definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle traverse une période de déprime après sa rupture. 

Αυτή περνάει μια περίοδο κατάθλιψης μετά το χωρισμό της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store