la déprime
Pronunciation
/depʀim/

Ορισμός και σημασία του "déprime"στα γαλλικά

01

προσωρινή κατάθλιψη, θλίψη

état de tristesse, de mélancolie ou de dépression passagère
la déprime definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La musique triste augmente parfois la déprime.
Η λυπηρή μουσική μερικές φορές αυξάνει την κατάθλιψη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store