Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le départ
01
αναχώρηση
moment où quelqu'un ou quelque chose commence à partir d'un lieu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
départs
Παραδείγματα
Le départ du train est prévu à 9 h.
Η αναχώρηση του τρένου είναι προγραμματισμένη στις 9.
02
απόλυση, παύση
action de faire quitter un poste ou un emploi à quelqu'un
Παραδείγματα
Le départ du directeur a surpris tout le monde.
Η αναχώρηση του διευθυντή εξέπληξε όλους.
03
εκκίνηση, αρχή
moment où une course ou une épreuve sportive commence
Παραδείγματα
Le départ de la course est à midi.
Η αναχώρηση του αγώνα είναι το μεσημέρι.



























