le part
de
de
part
paʁ
par

Ορισμός και σημασία του "départ"στα γαλλικά

01

αναχώρηση

moment où quelqu'un ou quelque chose commence à partir d'un lieu 
le départ definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
départs
Παραδείγματα
Le départ du train est prévu à 9 h. 

Η αναχώρηση του τρένου είναι προγραμματισμένη στις 9.

02

απόλυση, παύση

action de faire quitter un poste ou un emploi à quelqu'un 
le départ definition and meaning
Παραδείγματα
Le départ du directeur a surpris tout le monde. 

Η αναχώρηση του διευθυντή εξέπληξε όλους.

03

εκκίνηση, αρχή

moment où une course ou une épreuve sportive commence 
le départ definition and meaning
Παραδείγματα
Le départ de la course est à midi. 

Η αναχώρηση του αγώνα είναι το μεσημέρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store