le déodorant
déodorant
deɔdɔʁɑ̃
deawdawraa
dévorant

Ορισμός και σημασία του "déodorant"στα γαλλικά

01

αποσμητικό, αντιιδρωτικό

produit qui sert à éviter ou réduire les mauvaises odeurs du corps 
le déodorant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déodorants
Παραδείγματα
J'utilise un déodorant tous les matins. 

Χρησιμοποιώ ένα αποσμητικό κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store