Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dépasser
01
υπερβαίνω, ξεπεράω
aller plus loin que quelque chose (distance, temps, niveau, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dépasse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dépassons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dépasserai
ενεστώτα μετοχή
dépassant
παθητική μετοχή
dépassé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dépassions
Παραδείγματα
Il a dépassé la limite de vitesse.
Έχει υπερβεί το όριο ταχύτητας.
02
ξεπεράσει, υπερτερώ
être nettement supérieur à quelqu'un, souvent de manière inattendue ou impressionnante
Παραδείγματα
Il a dépassé tous ses camarades en mathématiques.
Ξεπέρασε όλους τους συμμαθητές του στα μαθηματικά.
03
προσπερνώ, ξεπεράσω
doubler un véhicule ou une personne en mouvement
Παραδείγματα
Il m'a dépassé sur l'autoroute.
Με προσπέρασε στην εθνική οδό.



























