Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dépendance
[gender: feminine]
01
εξάρτηση, εθισμός
état d'une personne ou d'une chose qui a besoin d'une autre pour exister ou fonctionner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle reconnaît sa dépendance affective.
Αναγνωρίζει τη συναισθηματική της εξάρτηση.



























