Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désagréable
01
δυσάρεστος, αγενής
qui manque d'amabilité, de gentillesse, ou de politesse
Παραδείγματα
Ce garçon est charmant avec toi, mais désagréable avec les autres.
Αυτό το αγόρι είναι γοητευτικό μαζί σου, αλλά δυσάρεστο με τους άλλους.
02
δυσάρεστος, δυσάρεστος
qui cause une sensation ou une impression peu plaisante
Παραδείγματα
Ce bruit constant devient désagréable à la longue.
Αυτός ο συνεχής θόρυβος γίνεται δυσάρεστος με το χρόνο.



























