Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le désert
[gender: masculine]
01
έρημος, άγονη περιοχή
région très sèche avec peu ou pas de végétation
Παραδείγματα
Un mirage est un phénomène courant dans le désert.
Η αντικατοπτρίζουσα εικόνα είναι ένα κοινό φαινόμενο στην έρημο.
désert
01
έρημος, ακατοίκητος
vide, sans habitants ou sans activité humaine
Παραδείγματα
La plage était déserte, il n' y avait personne.
Η παραλία ήταν έρημη, δεν υπήρχε κανείς εκεί.
02
άδειος, έρημος
où il n'y a presque personne, peu fréquenté
Παραδείγματα
Le musée était désert, on a pu tout voir tranquillement.
Το μουσείο ήταν έρημο, μπορέσαμε να δούμε τα πάντα ήρεμα.



























