Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le désastre
[gender: masculine]
01
καταστροφή, καταστροφή
résultat aux effets dévastateurs durables
Παραδείγματα
La corruption a créé un désastre politique.
Η διαφθορά δημιούργησε μια πολιτική καταστροφή.
02
καταστροφή, φιάσκο
résultat catastrophique d'une entreprise ou action
Παραδείγματα
Le lancement du produit a été un désastre commercial.
Η κυκλοφορία του προϊόντος ήταν μια εμπορική καταστροφή.



























