Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le désastre
01
καταστροφή, καταστροφή
résultat aux effets dévastateurs durables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
désastres
Παραδείγματα
La crise a provoqué un désastre économique.
Η κρίση προκάλεσε οικονομική καταστροφή.
02
καταστροφή, φιάσκο
résultat catastrophique d'une entreprise ou action
Παραδείγματα
La soirée fut un désastre organisationnel.
Το βράδυ ήταν μια οργανωτική καταστροφή.



























