Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dérouter
01
αποπροσανατολίζω, αλλάζω πορεία
faire changer de direction ou de route quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déroute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déroutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dérouterai
ενεστώτα μετοχή
déroutant
παθητική μετοχή
dérouté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déroutions
Παραδείγματα
Le brouillard a dérouter l'avion de sa trajectoire.
Η ομίχλη απέκλινε το αεροπλάνο από την τροχιά του.
02
σαστίζω, μπερδεύω
rendre quelqu'un confus ou incapable de savoir quoi faire
Παραδείγματα
Les instructions contradictoires ont dérouter les étudiants.
Οι αντιφατικές οδηγίες μπέρδεψαν τους φοιτητές.



























