Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déraper
01
ολισθαίνω, γλιστρώ
glisser de manière incontrôlée
Παραδείγματα
Attention, tu vas déraper avec ces chaussures mouillées!
Πρόσεχε, θα γλιστρήσεις με αυτά τα βρεγμένα παπούτσια.
02
ολισθαίνω προς το χάος, ξεφεύγω προς την αποτυχία
dérapage progressif vers le chaos ou l'échec
Παραδείγματα
Ce petit mensonge a fait déraper leur relation.
Αυτό το μικρό ψέμα έκανε τη σχέση τους να ολισθήσει.



























