Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dérangement
01
βλάβη, δυσλειτουργία
dysfonctionnement technique temporaire
Παραδείγματα
Un dérangement réseau a empêché l'accès à internet.
Μια δυσλειτουργία δικτύου εμπόδισε την πρόσβαση στο διαδίκτυο.
02
διαταραχή, διακοπή
perturbation d'un état normal ou d'une activité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dérangements
Παραδείγματα
La tempête a causé un dérangement dans le trafic aérien.
Η καταιγίδα προκάλεσε dérangement στην αεροπορική κυκλοφορία.
03
πρόβλημα, δυσκολία
gêne occasionnée à quelqu'un (formule de politesse)
Παραδείγματα
Désolé pour le dérangement , je ne serai pas long.
Συγγνώμη για την πρόκληση, δεν θα αργήσω.



























