Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déraper
01
ολισθαίνω, γλιστρώ
glisser de manière incontrôlée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dérape
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dérapons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déraperai
ενεστώτα μετοχή
dérapant
παθητική μετοχή
dérapé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dérapions
Παραδείγματα
Attention, tu vas déraper avec ces chaussures mouillées!
Πρόσεχε, θα γλιστρήσεις με αυτά τα βρεγμένα παπούτσια.
02
ολισθαίνω προς το χάος, ξεφεύγω προς την αποτυχία
dérapage progressif vers le chaos ou l'échec
Παραδείγματα
Ce petit mensonge a fait déraper leur relation.
Αυτό το μικρό ψέμα έκανε τη σχέση τους να ολισθήσει.



























