déraper
Pronunciation
/deʁapˈe/

Ορισμός και σημασία του "déraper"στα γαλλικά

déraper
01

ολισθαίνω, γλιστρώ

glisser de manière incontrôlée
déraper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dérape
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dérapons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déraperai
ενεστώτα μετοχή
dérapant
παθητική μετοχή
dérapé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dérapions
Παραδείγματα
Attention, tu vas déraper avec ces chaussures mouillées!
Πρόσεχε, θα γλιστρήσεις με αυτά τα βρεγμένα παπούτσια.
02

ολισθαίνω προς το χάος, ξεφεύγω προς την αποτυχία

dérapage progressif vers le chaos ou l'échec
Παραδείγματα
Ce petit mensonge a fait déraper leur relation.
Αυτό το μικρό ψέμα έκανε τη σχέση τους να ολισθήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store