Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déraper
01
ολισθαίνω, γλιστρώ
glisser de manière incontrôlée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dérape
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dérapons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déraperai
ενεστώτα μετοχή
dérapant
παθητική μετοχή
dérapé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dérapions
Παραδείγματα
Il a dérapé sur la peau de banane et est tombé.
Αυτός γλίστρησε στη φλούδα της μπανάνας και έπεσε.
02
ολισθαίνω προς το χάος, ξεφεύγω προς την αποτυχία
dérapage progressif vers le chaos ou l'échec
Παραδείγματα
Les négociations ont dérapé en crise ouverte.
Οι διαπραγματεύσεις ξεγλίστρησαν σε ανοιχτή κρίση.



























